Θερινό Ωράριο 1/4-31/10: Καθημερινά & Σάββατο-Κυριακή 10:00-14:00 & 18:00-21:00

  • Ελληνικά
  • English

Τα τραγούδια του χωριού

Κείμενο του Δημήτρη Μπακόλα, δημοσιογράφου (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Φωνή της Ευρυτανίας” 1/1/1939).

Πόση χαρά, αλήθεια, νοιώθαμε κι εμείς, όταν ξημέρωνε στο χωρώ μας η παραμονή γ στουγέννων, της Πρωτοχρονιάς η των Φωτων!

Ήταν για μας το κορύφωμα χαράς, να πάμε να τραγουδήσωμε σ’ όλα τα σπίτια του χωριού μας.

Στα χαράματα, νύχτα ακόμα, είμαστε στο πόδι έτοιμοι, ντυμένοι βέβαια τα γιορτινά και περιμέναμε το σφύριγμα του αρχηγού της παρέας για να ξεκινήσωμε.

Πολλές φορές που τύχαινε νάχη πολύ χιόνι ή να χαλάη ο κόσμος απ’ τη βροχή κι οι πατεράδες μας για να μην κρυώσωμε, θέλανε με χίλια τάματα να μας κρατήσουν απ’ τα τραγούδια, μας φαινόταν πως ήθελαν να μας στερήσουν τη μεγαλύτερη ευτυχία, που ήταν δυνατόν ν’ αποχτήσωμε, κι αν επιμένανε όλη μας η αγάπη κι ο απέραντος  σεβασμός που τρέφαμε γι’ αυτούς, γινόταν θανάσιμο παιδικό μίσος.

Μα πάντα, σαν έβλεπαν το παραπονιάρικο πρόσωπό μας και τα κλαμμένα μάτια μας πας αφίνανε να χαρούμε τη χαρά τη δική μας.

Οι πενταροδεκάρες που μας έδιναν στα σπίτια, ήταν για μας ολόκληροι θησαυροί κι αν σε κανένα αρχοντόσπιτο φτάναμε τη δραχμή, γινόμαστε πλούσιοι, όχι τόσο για το ποσό της αναλογίας μας, όσο για το ότι εκείνο θάταν αποκλειστικά δικό μας, γιατί το βγάζαμε με τα τραγούδια μας και μας ανήκε.

Ναι, γιατί το βγάζαμε με τα τραγούδια μας που τόσο καμαρωτά – καμαρωτά τα λέγαμε σαν νάμαστε οι άγγελοι της Βηθλεέμ πούλεγαν το «Δόξα εν Υψίστοις».

Τα κύρια, να πούμε, τραγούδια που λέγαμε τόσο τα Χριστούγεννα, όσο την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα, είναι γνωστά σ’ όλους με μικρές παραλλαγές για κάθε τόπο. Εκείνα όμως που δεν ξέρω, αν τραγουδιώνται αλλού και για τα οποία αισθανόμαστε μεγαλύτερη χαρά, γιατί καμμιά φορά τα τραγουδούσαμε με πείσμα κι άλλοτε γιατί θα πληρωνόμαστε ιδιαίτερα, είναι τα τραγούδια που λέγαμε σε ειδικές περιπτώσεις. 

Έτσι λοιπόν σ’ ένα σπίτι όταν τελειώναμε το τραγούδι της γιορτής, μια που ξέραμε – και δεν μας γλύτωνε τίποτε – πως είχαν, μικρό, άσχετα αν ήταν παιδί ή κορίτσι, αρχίζαμε το ακόλουθο τραγούδι χωρίς να μας πη κανείς από τους σπιτικούς τίποτε για να πάρωμε και δεύτερο μπαξίσι:

Ένα μικρό μικρούτσικο/ σπυρί μαργαριτάρι/ τρουίρου, ίρου, έρχεται/ βασιλικό μαζώνει/ βασιλικό και μπάλσαμο/ μούσχο και καρυοφύλλι,/ στη μάννα του τα πάενε/ στη μάννα τ’ τα παένει./ Παίξε μάνα μ’ τα ίτσια μου/ παίξε και τα λουλούδια.

Αν τύχαινε δε η οικογένεια νάχη κοπέλα στο σχολειό, τραγουδούσαμε τούτο

Κυρά μ τη θυγατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου/ την έλουζες, τη χτένιζες στο δάσκαλο τη στέλνεις/ Κι ο δάσκαλος την έδερνε με μια χρυσή βεργούλα/ με μια χρυσή, με μι’ αργυρή, με μια μαλαματένια.

Αν δε η κοπέλα ήτανε της παντρειάς, το γυρίζαμε σ’ αυτό:

Κυρά μ τη θυγατέρα σου, κυρά μ’ την ακριβή σου/ την έλουζες, τη χτένιζες/ στα σύννεφα την κρύβεις/ Την είδε ο γιος του Βασιληά/την είδε ο γιος του Ρήγα/ την  είδε τ’ αρχοντόπουλο/ και πέφτει να πεθάνει./ -Δε θέλω γω  το Βασιληά/ δε θέλω γω το Ρήγα/ μόν’ θέλω τ’ αρχοντόπουλο/ και πέφτει να πεθάνει/- Δε θέλω γω το Βασιληά/ δε θέλω γω το Ρήγα/ μόν΄θέλω τ’ αρχοντόπουλο/ πούναι γραμματισμένο.

Κι όταν η οικογένεια είχε ξενιτεμένο παιδί, είχαμε πάλι πρόχειρο το τραγούδι που ταίριαζε:

Εδώ πού λείπ’ αφέντης μας,/ πούναι μακριά στα ξένα/ καλά να πάη καλά ναρθή/ καλά να δυο γυρίση/ να πάρη κι άλογο καλό/ για να καβαλικέψη/ καβαλικεύει κι έρχεται/ πεζεύει, καμαρώνει/ κι επάνω στα καπούλια του/ τρεις φραγκοπούλες παίζουν/ η μια βαρεί τον ταμπουρά/ η άλλη το μπουζούκι/ η τρίτη η καλύτερη/ παίζει με τον αφέντη.

Στα νειόπαντρα ζευγάρια που πάντοτε μας δίναν και γλυκά, τραγουδούσαμε, για να καμαρώνη η νύφη πιο πολύ, δικό τους τραγούδι:

Αντρουινίτσιμ’ όμορφο/ κι νειοστεφανωμένο/ που σε στεφανώνει ο Χριστός/ με το δεξί το χέρι/ με το δεξί με το ζερβί/ με τόνα και με τ’ άλλο.

Άμα δε, ξέραμε κάνα γέρο κουβαρδά αρχίζαμε:

Λύσετ’ αφέντη μου λύσετο το χρυσομάντηλό σου/ Κι αν έχης πέντε δώσετα, δέκα μη τα λυπάσαι./ Κι αν έχης χίλια δυο φλωριά, δώσε τα πεντακόσια…

Στα σπίτια πούχαν πολύ βιο και για να καλοπάρωμε του τσελιγκάδες που μόνο για τα ζωντανά τους μερακλώνονται, τραγουδούσαμε

Εδώ σε τούτα τα μαντριά/ τα καγκελοπλεγμένα/ που βόσκουν χίλια πρόβατα/ και δυο χιλιάδες γίδια/ σαν τα μυρμήγκια περπατούν/ σαν τα μελίσσια βάπζουν/ κι οι μπιστικοί που τα φυλάν/ όλοι παλικαράδες/ με κεντισμένες τραχηλιές/ με πλουμπισμένα φέσια…

Αλλοίμονο στη νοικοκυρά που μας έκλεινε την πόρτα της. Άκουγε τραγουδιστά πάντοτε ένα ανείπωτο υβρεολόγιο, π’ άρχιζε:

Απ’ την παραθύρα κι την τρύπα…./Είδα γω κυρά μου…

Και για να τελειώνω θ’ αναφέρω το τραγούδι που λέγαμε στο σπίτι του παππά:

Μια αχλαδιά μουσχαχλαδιά/ πώχ’ άγιο κλίμα απάνω./ Κάτω κοιμάτ’ ο δέσποτας/ τα χαρτιά στα χέρια/ σήκωσ’ απάνω δέσποτα/ και μη βαρεικοιμάσαι./ Τα μοναστήρια σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν/ και μια ’κκλησιά καθολική/ κλειστή σε περιμένει, να πάρεις το κλειδάκι της/ να πάς να την άνοιξης/ να πάρεις τα κεράκια της/ να πάς να τα ανάψης/ να πάρης τα χαρτάκια σου/ να πας να τη διαβάσης.

Με τέτοια και κάμποσο άλλα που δεν τα συγκροτούμε στη μνήμη μας περνούσαμε τις τρεις γιορτές απ’ όλα τα σπίτια του χωριού για να «τα πούμε», όπως λέμε και για να ευχηθούμε στους χωριανούς μας Καλή Χρονιά. Και του χρόνου.

 

Σχολιάστε